Skip Ribbon Commands
Skip to main content

Skip Navigation Linksinspire-document

  
Description
  

Η κοινοτική πολιτική στον τομέα του περιβάλλοντος πρέπει να αποσκοπεί σε υψηλό επίπεδο προστασίας λαμβάνοντας υπόψη τις ποικίλες καταστάσεις στις διάφορες περιφέρειες της Κοινότητας. Επιπλέον, απαιτούνται πληροφορίες, μεταξύ άλλων χωρικές, για τον καθορισμό και την εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής καθώς και άλλων κοινοτικών πολιτικών στις οποίες πρέπει να ενταχθούν οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 6 της συνθήκης.

Για να επιτευχθεί αυτή η ολοκλήρωση είναι αναγκαίο να θεσπισθεί μέτρο συντονισμού μεταξύ των χρηστών και των παρόχων των πληροφοριών, ώστε να είναι δυνατός ο συνδυασμός των πλη ροφοριών και της γνώσης που προέρχονται από διάφορους τομείς.

Το έκτο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον, που θεσπίστηκε με την απόφαση αριθ. 1600/2002/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2002 (3), απαιτεί να διασφαλιστεί πλήρως ότι η χάραξη της περιβαλλοντικής πολιτικής της Κοινότητας γίνεται κατά ολοκληρωμένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές και τοπικές διαφορές.  Διαπιστώνονται ορισμένα προβλήματα που αφορούν τη διαθεσιμότητα, την ποιότητα, την οργάνωση των χωρικών πληροφοριών και την πρόσβαση σε αυτές, καθώς και την κοινοχρησία τους, στοιχεία αναγκαία για την εκπλήρωση των στόχων που ορίζονται στο εν λόγω πρόγραμμα.

Τα προβλήματα που αφορούν τη διαθεσιμότητα, την ποιότητα, την οργάνωση των χωρικών πληροφοριών και την πρόσβαση σε αυτές, καθώς και την κοινοχρησία τους, είναι κοινά για πλήθος θεμάτων πολιτικής και ενημέρωσης και απαντώνται σε όλες τις βαθμίδες των δημοσίων αρχών. Προς επίλυση αυτών των προβλημάτων απαιτούνται μέτρα για την ανταλλαγή, την κοινοχρησία, την πρόσβαση και τη χρήση διαλειτουργικών χωρικών δεδομένων και υπηρεσιών χωρικών δεδομένων από όλες τις βαθμίδες της δημόσιας διοίκησης και από διαφορετικούς κλάδους. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να δημιουργηθεί υποδομή χωρικών πληροφοριών στην Κοινότητα.

Η υποδομή χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα "INSPIRE" θα πρέπει να βοηθά τη χάραξη πολιτικής όσον αφορά τις πολιτικές και τις δραστηριότητες που ενδέχεται να έχουν άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στο περιβάλλον.

To "INSPIRE" θα πρέπει να βασίζεται σε υποδομές χωρικών πληροφοριών που δημιουργούνται από τα κράτη μέλη, έχουν καταστεί συμβατές μεταξύ τους βάσει κοινών κανόνων εφαρμογής και συμπληρώνονται με μέτρα σε επίπεδο Κοινότητας. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι υποδομές χωρικών πληροφοριών που δημιουργούνται από τα κράτη μέλη είναι συμβατές μεταξύ τους και αξιοποιήσιμες σε κοινοτικό και διασυνοριακό πλαίσιο.

Οι υποδομές χωρικών πληροφοριών στα κράτη μέλη θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα χωρικά δεδομένα αποθηκεύονται, καθίστανται διαθέσιμα και διατηρούνται στο πλέον ενδεδειγμένο επίπεδο· ότι είναι δυνατόν να συνδυάζονται με ομοιόμορφο τρόπο χωρικά δεδομένα από διαφορετικές πηγές απ' όλη την Κοινότητα και ότι είναι δυνατή η κοινοχρησία τους από ποικίλους χρήστες και για ποικίλες εφαρμογές· ότι τα χωρικά δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από μία μόνο βαθμίδα δημοσίων αρχών μπορούν να χρησιμοποιούνται από άλλες δημόσιες αρχές· ότι τα χωρικά δεδομένα διατίθενται υπό όρους που δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα την ευρεία χρήση τους· ότι είναι εύκολη η εξεύρεση των διαθέσιμων χωρικών δεδομένων, η αξιολόγηση της καταλληλότητας χρήσης τους και η εξοικείωση με τους όρους που ισχύουν για τη χρήση τους.

Οι διαδικτυακές υπηρεσίες είναι αναγκαίες για την κοινοχρησία χωρικών δεδομένων από τις διάφορες βαθμίδες της δημόσιας διοίκησης στην Κοινότητα. Αυτές οι διαδικτυακές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα εξεύρεσης, μετασχηματισμού, απεικόνισης και τηλεφόρτωσης από την υποδομή "download" των χωρικών δεδομένων και επίκληση χωρικών δεδομένων και υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι υπηρεσίες του διαδικτύου θα πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με συμφωνημένες προδιαγραφές και ελάχιστα κριτήρια επιδόσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα των υποδομών που έχουν συγκροτηθεί από τα κράτη μέλη.

  

Στόχος αυτής της Οδηγίας είναι η διαμόρφωση ενός νομικού πλαισίου για την δημιουργία και λειτουργία Υποδομής Χωρικών Πληροφοριών στην Ευρώπη "Spatial Data Infrastructure".  Ως τέτοια υποδομή, ορίζονται τα σύνολα των γεωγραφικών δεδομένων διαφόρων θεματικών ενοτήτων, τα μεταδεδομένα, οι διαδικτυακές υπηρεσίες χωρικών δεδομένων, τεχνολογίες και συμφωνίες κοινοχρησίας και πρόσβασης στα δεδομένα, καθώς και μηχανισμοί / μέθοδοι συντονισμού και παρακολούθησης.  Σε μια τέτοια υποδομή, θα συμμετέχουν όλοι όσοι παράγουν χωρική πληροφορία και θα έχει πρόσβαση σε αυτή κάθε πολίτης που πρόκειται να αξιοποιήσει αυτού του είδους την πληροφορία.

Το κάθε Κράτος-Μέλος, θα αναπτύξει πρώτα την δική του Εθνική Υποδομή Χωρικών Πληροφοριών, η οποία θα πληρεί τα πρότυπα του "INSPIRE" και κατ' επέκταση, αυτή θα αποτελέσει μέρος της ενιαίας Υποδομής Χωρικών Πληροφοριών σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.

Με την υλοποίηση της εν λόγω Υποδομής, ο χρήστης θα μπορεί μέσω ενός κόμβου στο Διαδίκτυο, να αναζητήσει εύκολα πληροφορίες με χωρική διάσταση, οι οποίες θα είναι με γνωστές προδιαγραφές, γνωστή ακρίβεια και χρονική αναφορά και με σαφείς όρους πρόσβασης και διάθεσης, να τη βλέπει στην οθόνη του και να την παραλαμβάνει μέσω του δικού του υπολογιστή για διάφορους σκοπούς.

Η εναρμόνιση των δεδομένων και των προδιαγραφών εντός του αντικειμένου μιας Ευρωπαϊκής Χωρικής Υποδομής "ESDI" σημαίνει ότι όλα τα Κράτη-Μέλη, θα χρησιμοποιούν ένα ενιαίο σετ συστημάτων αναφοράς, μοντέλων δεδομένων, λεξικών οντοτήτων, οντολογιών κ.α.​

Η υποδομή της Οδηγίας "INSPIRE", θα αποτελείται από ένα δίκτυο βάσεων δεδομένων, οι οποίες ουσιαστικά θα προέρχονται από κάθε Κράτος-Μέλος, διασυνδεδεμένες μέσω κοινών προτύπων και πρωτοκόλλων, τα οποία εξασφαλίζουν τη συμβατότητα και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ δεδομένων και υπηρεσιών.

  

Η εφαρμογή της Οδηγίας, θα γίνει σε τέσσερα στάδια:

  • Στάδιο 1: Ομογενοποίηση της τεκμηρίωσης για τα υπάρχοντα δεδομένα και αναγκαία εργαλεία για προσβασιμότητα σε όλους.
  • Στάδιο 2: Ομογενοποίηση τρόπου πρόσβασης στα δεδομένα.
  • Στάδιο 3: Ανάπτυξη κοινών μοντέλων για τα δεδομένα.
  • Στάδιο 4: Βασίζεται στα τρία προηγούμενα στάδια, με σκοπό την ολοκλήρωση των δεδομένων από διάφορες πηγές και επίπεδα, από το τοπικό ως το Ευρωπαϊκό, σε συνεχείς, αδιάσπαστες βάσεις που ακολουθούν τις ίδιες προδιαγραφές και πρωτόκολλα.

Η Οδηγία "INSPIRE" δεσμεύει τα Κράτη-Μέλη για το τι πρέπει να επιτευχθεί. Παράλληλα, τα Κράτη Μέλη ορίζουν αυτόνομα μέσα από την Εθνική Νομοθεσία το πως, θα το επιτύχουν.​

Η Οδηγία ορίζει τους γενικούς κανόνες για την δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρώπη για την υποστήριξη των περιβαλλοντικών πολιτικών καθώς και των πολιτικών εκείνων που έχουν αντίκτυπο στο περιβάλλον.  Η υποδομή στηρίζεται σε υποδομές χωρικών πληροφοριών που έχουν δημιουργήσει και διαχειρίζονται τα Κράτη-Μέλη.

  

Οι αρχές της οδηγίας, είναι οι ακόλουθες:​

  • Συλλογή των δεδομένων μια μόνο φορά και συντήρησή τους, στο πλέον κατάλληλο επίπεδο και από τον πλέον κατάλληλο Φορέα.
  • Εναρμόνιση χωρικών πληροφοριών από διάφορες πηγές σε όλη την Ευρώπη και διάθεσή τους, στους προβλεπόμενους χρήστες και εφαρμογές.
  • Διάθεση της πληροφορίας σε πολλαπλά επίπεδα λεπτομέρειας.
  • Η Γεωγραφική πληροφορία, η οποία κρίνεται απαραίτητη για ομαλή διακυβέρνηση, θα πρέπει να είναι πλήρης και ευρέως διαθέσιμη.
  • Εύκολη εύρεση της διαθέσιμης Γεωγραφικής πληροφορίας, εάν πληρεί τις ανάγκες του κάθε χρήστη και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να προσπελαστεί.
  • Η Γεωγραφική πληροφορία θα πρέπει να οπτικοποιείται με φιλικούς προς το χρήστη τρόπους, μέσω περιβάλλοντος που κάνει κατανοητή τη φύση της.
  

Τα βασικά συστατικά μιας Εθνικής Υποδομής Χωρικών Πληροφοριών και κατ' επέκταση μέρος της δομής του INSPIRE:​

  • Τα χωρικά δεδομένα των κρατών μελών, όπως αυτά περιγράφονται στα Παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ της Οδηγίας.
  • Τα μεταδεδομένα τους, η πληροφορία δηλαδή που θα περιγράφει και θα τεκμηριώνει τη χωρική πληροφορία.
  • Διαδικτυακές υπηρεσίες και τεχνολογίες.
  • Συμφωνίες μερισμού, πρόσβασης και χρήσης των χωρικών δεδομένων.
  • Μηχανισμοί, μέθοδοι και διαδικασίες συντονισμού και παρακολούθησης της Υποδομής.
  

Η ευρεία πρόσβαση στις χωρικές πληροφορίες παρουσιάζει αδυναμίες στην Ευρώπη.  Τα κυριότερα προβλήματα αποδίδονται στις ελλείψεις δεδομένων και τεκμηρίωσης, στις ασυμβατότητες μεταξύ συνόλων χωρικών δεδομένων και υπηρεσιών λόγω ύπαρξης διαφορετικών προτύπων και στους φραγμούς στους οποίους προσκρούει η ανταλλαγή και η επαναχρησιμοποίηση χωρικών δεδομένων.

Τα χωρικά δεδομένα που προμηθεύεται και χρησιμοποιεί η Δημόσια Διοίκηση χαρακτηρίζονται στο σύνολο τους ως κλειστά, δηλαδή:

  • Οι περισσότεροι φορείς της Δημόσιας Διοίκησης, δεν μοιράζονται τα δεδομένα τους με άλλους φορείς της Δημόσιας Διοίκησης για διάφορους λόγους όπως π.χ. έλλειψη συνεργασίας, έλλειψη πολιτικής για την διάθεση των δεδομένων, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται σημαντικές επικαλύψεις και σπατάλη δημοσίων πόρων.
  • Αδικαιολόγητο ψηλό κόστος των δεδομένων, κλειστά πρότυπα, με αποτέλεσμα να αποκλείονται κάποιοι προμηθευτές καθώς και δυσχέρεια στην Δημόσια Διοίκηση για την επαναχρησιμοποίηση των δεδομένων.
  • Οι περισσότεροι φορείς της Δημόσιας Διοίκησης, δεν διαθέτουν άμεσα και εύκολα τα δεδομένα τους προς αξιοποίηση από το ευρύ κοινό (πολίτες, επιχειρήσεις, εκπαιδευτικά ιδρύματα). ​

Η υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο, όπως περιγράφεται πιο πάνω αλλάζει με την εφαρμογή του νόμου που αφορά το "INSPIRE", διότι ενισχύεται ο ρόλος της Πολιτείας στην επίλυση των δυσλειτουργιών που καθηλώνουν την διαμόρφωση και την άσκηση αποτελεσματικών πολιτικών. 

  

Τα οφέλη που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου που αφορά το "INSPIRE" είναι πάρα πολλά. Καταρχήν, θα συμβάλει καταλυτικά στην καταπολέμηση των προβλημάτων που προκύπτουν από την δυστοκία της Δημόσιας Διοίκησης στην παραχώρηση και την χρήση γεωγραφικών δεδομένων τόσο μεταξύ των φορέων της αλλά και στο ευρύ κοινό, αφού πλέον θα έχουν όλοι πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα.

Αναφορικά τα οφέλη μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:​

  • Εξοικονόμηση πόρων με την επαναχρησιμοποίηση Γεωγραφικών πληροφοριών εντός των φορέων της Δημόσιας Διοίκησης
  • Εξασφάλιση της διαφάνειας και πάταξη της αυθαιρεσίας σε ότι αφορά την ευρεία διάθεση πολεοδομικών κανονισμών, ζωνών προστασίας και άλλων περιορισμών δόμησης
  • Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, λόγω ποικίλων εφαρμογών από επαγγελματίες του ιδιωτικού τομέα.

Ενίσχυση της συμμετοχικής δημοκρατίας με την ενεργό συμμετοχή και τον έλεγχο των πολιτών.